ἀγαθός

ἀγαθός
Grammatical information: adj.
Meaning: `good' (Il.).
Other forms: ἀκαθόν· ἀγαθόν H.; χάσιος· χρηστός H. Dor. χάϊος `noble, good' (ᾱ)
Dialectal forms: Cypr. ἀζαθος must prob. be read ἀγαθος, Egetmeyer, Kadmos 32 (1993) 145-155.
Origin: IE [Indo-European]X [probably], LW [loanword]X[probably] [413]
Etymology: Uncertain. On the one hand, one compares Germ. forms, Goth. goÞs, NHG gut, MLG gaden `fit' etc., further OCS godьnъ `pleasant', goditi `be pleasant', Russ. gódnyj `useful'. (Not with Skt. gadh- `to take, seize', gádhyā- `booty' which would have given *(ἀ)καθος). Crim. Goth. gadeltha `pulchrum'. The words must have a\/ā (long ō is morphologically excluded; Slavic cannot have h₂). Considered as a European substratum word by Beekes KZ 109 (1996). - Recently the word is analysed as *mǵh₂-dh₁-os `made great' (Panagl FS Strunk (1995)), which is semantically not convincing; or `whose deeds are great' Ruijgh 1991, FS Bartoněk, which is also semantically unconvincing. - If the variants are reliable, it could be Pre-Greek.
Page in Frisk: 1,5-6

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἁγαθός — ἀγαθός , ἀγαθός good masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαθός — good masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγαθός — ή, ό (Α ἀγαθός, ή, όν) καλός, χρηστός, ενάρετος νεοελλ. 1. καλόψυχος, άκακος 2. υπερβολικά εύπιστος, αφελής, ανόητος 3. το ουδ. ως ουσ. το αγαθό* αρχ. 1. συνετός, φρόνιμος 2. ευγενής στην καταγωγή 3. γενναίος, ανδρείος 4. αυτός που έχει επίδοση… …   Dictionary of Greek

  • αγαθός — ή, ό 1. καλός, ενάρετος: Ήταν άνθρωπος του Θεού, αγαθός κι απονήρευτος. 2. αφελής, απλοϊκός: Ήταν ο καημένος πολύ αγαθός και συχνά την πάθαινε. 3. το ουδ. ως ουσ., αγαθό σημαίνει το καλό, η ωφέλεια, το κέρδος: Η υγεία είναι το πολυτιμότερο αγαθό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγαθός — [агатос] επ. хороший, наивный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Βοὴν ἀγαθός. — См. Вы храбры на словах, попробуйте на деле …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἀγαθά — ἀγαθός good neut nom/voc/acc pl ἀγαθά̱ , ἀγαθός good fem nom/voc/acc dual ἀγαθά̱ , ἀγαθός good fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀγαθός — ἀγαθός , ἀγαθός good masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαθῶν — ἀγαθός good fem gen pl ἀγαθός good masc/neut gen pl ἀγαθόω do good to pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀγαθόω do good to pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀγαθόω do good to pres part act masc nom sg ἀγαθόω do good to pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαθόν — ἀγαθός good masc acc sg ἀγαθός good neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγαθεύω — [αγαθός] φαίνομαι ή γίνομαι ανόητος, αφελής, αγαθοφέρνω, κουτοφέρνω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.